Έχετε απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο, έχετε ήδη πατήσει το κουμπί στο κλειδί και ξαφνικά σταματάτε.
«Το κλείδωσα;»
Μπορεί να επιστρέψετε, να τραβήξετε το χερούλι για να σιγουρευτείτε και να φύγετε ξανά. Λίγο αργότερα, όμως, μπορεί να εμφανιστεί η ίδια αμφιβολία.
Αν σας έχει συμβεί, δεν είστε οι μόνοι. Το ίδιο μοτίβο μπορεί να εμφανιστεί με την πόρτα του σπιτιού, την κουζίνα, τα παράθυρα ή οτιδήποτε θεωρούμε σημαντικό για την ασφάλειά μας.
Το παράδοξο είναι ότι ο επανέλεγχος δεν γίνεται πάντα επειδή ξεχάσαμε. Σε αρκετές περιπτώσεις, το πρόβλημα βρίσκεται στο πόσο σίγουροι αισθανόμαστε για αυτό που μόλις κάναμε.
Μια πράξη που γίνεται χωρίς να το σκεφτόμαστε
Σκεφτείτε πόσες φορές μέσα στην ημέρα κάνετε την ίδια κίνηση χωρίς να της δίνετε πραγματικά σημασία.
Κλειδώνετε το αυτοκίνητο, ανοίγετε και κλείνετε πόρτες, βάζετε το κινητό στην τσέπη, σβήνετε τα φώτα.
Όσο πιο συνηθισμένη γίνεται μια ενέργεια, τόσο λιγότερη συνειδητή προσοχή της αφιερώνουμε. Αυτό σημαίνει ότι αργότερα μπορεί να δυσκολευτούμε να θυμηθούμε τη συγκεκριμένη εκτέλεση της πράξης, ακόμη κι αν την κάναμε κανονικά.
Έτσι δημιουργείται μια περίεργη κατάσταση: δεν λέμε απαραίτητα «ξέχασα», αλλά περισσότερο «δεν είμαι σίγουρος ότι το έκανα».
Και αυτή η αμφιβολία είναι αρκετή για να μας κάνει να γυρίσουμε πίσω.
Γιατί το δεύτερο τσεκάρισμα δεν μας καθησυχάζει πάντα
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο έλεγχος μπορεί αρχικά να προσφέρει ανακούφιση, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις δεν εξαφανίζει οριστικά την αμφιβολία.
Μπορεί να κοιτάξετε την κλειδαριά και να πείτε «εντάξει, είναι κλειδωμένο».
Μετά από λίγο, όμως, να εμφανιστεί μια νέα σκέψη:
«Ναι, αλλά το είδα πραγματικά ή απλώς νόμιζα ότι το είδα;»
Έτσι, ο εγκέφαλος ζητά άλλη μία επιβεβαίωση.
Αυτό μπορεί να δημιουργήσει έναν κύκλο που επαναλαμβάνεται:
αμφιβολία → έλεγχος → προσωρινή ανακούφιση → νέα αμφιβολία.
Όταν μπαίνει στη μέση το άγχος
Το άγχος μπορεί να κάνει την ανάγκη για επιβεβαίωση ακόμη ισχυρότερη.
Αν κάποιος σκέφτεται ότι ένα λάθος μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες, ο εγκέφαλος προσπαθεί να εξαλείψει κάθε πιθανότητα αβεβαιότητας.
«Κι αν δεν κλείδωσα;»
«Κι αν έμεινε ανοιχτό το μάτι της κουζίνας;»
«Κι αν άφησα την πόρτα ξεκλείδωτη;»
Ο έλεγχος γίνεται τότε ένας γρήγορος τρόπος για να πέσει το άγχος. Το πρόβλημα είναι ότι η προσωρινή ανακούφιση μπορεί να κάνει τον εγκέφαλο να μάθει πως κάθε αμφιβολία πρέπει να απαντάται με έναν ακόμη έλεγχο.
Πότε ξεφεύγει από το φυσιολογικό
Το να επιστρέψουμε μία φορά για να δούμε αν κλειδώσαμε δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη κάποιας διαταραχής.
Η κατάσταση είναι διαφορετική όταν ο έλεγχος γίνεται τόσο συχνός ώστε να επηρεάζει την καθημερινότητα.
Για παράδειγμα, χρειάζεται περισσότερη προσοχή όταν κάποιος:
- επιστρέφει πολλές φορές για να επιβεβαιώσει το ίδιο πράγμα,
- αισθάνεται ότι δεν μπορεί να φύγει αν δεν ακολουθήσει συγκεκριμένη διαδικασία,
- φοβάται συνεχώς ότι θα συμβεί κάτι κακό αν δεν ελέγξει,
- χάνει σημαντικό χρόνο εξαιτίας των ελέγχων,
- αισθάνεται έντονο άγχος όταν προσπαθεί να μην ελέγξει.
Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει σχέση με ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που τσεκάρει δύο φορές έχει ΙΨΔ.
Το «κόλπο» της συνειδητής πράξης
Για τις απλές καθημερινές περιπτώσεις, ένας τρόπος που μπορεί να βοηθήσει είναι να προσπαθήσουμε να μην κάνουμε την ενέργεια εντελώς μηχανικά.
Για παράδειγμα, αντί να κλειδώσουμε το αυτοκίνητο ενώ ταυτόχρονα κοιτάμε το κινητό και σκεφτόμαστε κάτι άλλο, μπορούμε να σταματήσουμε για λίγα δευτερόλεπτα και να προσέξουμε τι κάνουμε.
Μερικοί άνθρωποι χρησιμοποιούν ακόμη και μια σύντομη φράση, όπως:
«Το κλείδωσα τώρα».
Ο στόχος δεν είναι να επαναλάβουμε τη φράση πολλές φορές, αλλά να δώσουμε στην πράξη την προσοχή που χρειάζεται ώστε να μην περάσει σαν μια ακόμη αυτόματη κίνηση.
Και την επόμενη φορά που θα φύγετε από το αυτοκίνητο και θα σας περάσει από το μυαλό το «μήπως δεν το κλείδωσα;», ίσως αξίζει πρώτα να αναρωτηθείτε αν πρόκειται πραγματικά για έλλειψη μνήμης ή απλώς για την ανάγκη του εγκεφάλου να νιώσει 100% βέβαιος.
