Εταιρείες που υπάρχουν μόνο στα χαρτιά, εικονικά τιμολόγια, ύποπτες αγοραπωλησίες και διαδοχικές μεταφορές χρημάτων συνθέτουν το σκηνικό πίσω από τα κυκλώματα νομιμοποίησης παράνομων εσόδων.
Μέσα από ένα σύνθετο δίκτυο συναλλαγών, το μαύρο χρήμα αλλάζει διαδρομές και χέρια, με τελικό στόχο να εμφανιστεί ως νόμιμο επιχειρηματικό κέρδος.
Οι πρόσφατες υποθέσεις φοροδιαφυγής στον χώρο της εστίασης αποκαλύπτουν πτυχές των μηχανισμών που χρησιμοποιούνται για την απόκρυψη της πραγματικής προέλευσης των κεφαλαίων και στρέφουν τους προβολείς στις μεθόδους με τις οποίες οι ελεγκτικές αρχές επιχειρούν να εντοπίσουν τα ίχνη του χρήματος.
Η διαδρομή του μαύρου χρήματος ακολουθεί συνήθως τρία στάδια. Στο πρώτο, της τοποθέτησης, τα παράνομα κεφάλαια εισέρχονται στο οικονομικό σύστημα, μέσω επιχειρηματικών εισπράξεων ή τραπεζικών συναλλαγών.
Ακολουθεί η διαστρωμάτωση, κατά την οποία τα χρήματα μεταφέρονται από λογαριασμό σε λογαριασμό και από εταιρεία σε εταιρεία, με στόχο να δυσκολέψει ο εντοπισμός της πραγματικής προέλευσής τους.
Στο τρίτο στάδιο, της ενσωμάτωσης, τα κεφάλαια επιστρέφουν στην οικονομία ως φαινομενικά νόμιμα επιχειρηματικά κέρδη, επενδύσεις ή περιουσιακά στοιχεία. Τα στάδια αυτά δεν είναι πάντα διακριτά, καθώς συχνά αλληλοκαλύπτονται.
Τα πέντε κόλπα
Σύμφωνα με τις πρακτικές που αναδεικνύονται από τους φορολογικούς ελέγχους, οι βασικότερες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι οι εξής:
- Εταιρείες-βιτρίνες. Επιχειρήσεις που διαθέτουν ΑΦΜ, τραπεζικούς λογαριασμούς και όλα τα τυπικά στοιχεία νομιμότητας αλλά στην πραγματικότητα εμφανίζουν ανύπαρκτη ή περιορισμένη δραστηριότητα, χρησιμοποιούνται ως ενδιάμεσοι σταθμοί στη διακίνηση χρημάτων. Μέσω αυτών εκδίδονται παραστατικά και πραγματοποιούνται πληρωμές που επιχειρούν να καλύψουν την πραγματική προέλευση των κεφαλαίων.
- Εικονικά τιμολόγια. Συναλλαγές που δεν έγιναν ποτέ εμφανίζονται στα λογιστικά βιβλία ως πραγματικές. Τιμολόγια για ανύπαρκτες υπηρεσίες ή παραδόσεις αγαθών χρησιμοποιούνται για τη διόγκωση των δαπανών, την τεχνητή μείωση των φορολογητέων κερδών ή τη δικαιολόγηση μεταφορών χρημάτων χωρίς πραγματικό οικονομικό αντίκρισμα.
- Τριγωνικές συναλλαγές. Το χρήμα περνά από διαδοχικές επιχειρήσεις, οι οποίες εμφανίζονται να πραγματοποιούν αγοραπωλησίες ή να παρέχουν υπηρεσίες μεταξύ τους. Όταν οι συναλλαγές είναι εικονικές, δημιουργείται ένα δίκτυο που δυσκολεύει τον εντοπισμό του πραγματικού αποδέκτη και της προέλευσης των χρημάτων. Οι τριγωνικές συναλλαγές, πάντως, αποτελούν απολύτως νόμιμη εμπορική πρακτική όταν αφορούν πραγματικές συναλλαγές.
- Παιχνίδια με τις εισπράξεις. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό καθημερινών συναλλαγών, όπως εστιατόρια, καφέ και αρτοποιεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις αποκρύπτεται μέρος του πραγματικού τζίρου για να περιοριστούν οι φόροι, ενώ σε άλλες επιχειρείται το αντίστροφο: παράνομα κεφάλαια εμφανίζονται ως εισπράξεις από πωλήσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Πρόκειται για δύο διαφορετικές πρακτικές, οι οποίες μπορεί να συνυπάρχουν.
- Επενδύσεις σε ακίνητα και περιουσιακά στοιχεία. Το τελευταίο βήμα μπορεί να είναι η διοχέτευση των παράνομων κεφαλαίων στην αγορά ακινήτων, πολυτελών οχημάτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας. Στις περιπτώσεις αυτές, οι ελεγκτικές αρχές αναζητούν τη διαδρομή των χρημάτων και εξετάζουν κατά πόσο οι αγορές δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα των εμπλεκομένων.
