Μία από τις πιο σοκαριστικές υποθέσεις που απασχόλησαν την ελληνική κοινή γνώμη στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ήταν η δολοφονία της 13χρονης Βασιλικής Βουλγαράκη στην Πελασγία Φθιώτιδας.
Θύμα ήταν ένα ανήλικο κορίτσι και κατηγορούμενος για τη δολοφονία ο ίδιος ο πατέρας της, Χρήστος Βουλγαράκης. Η υπόθεση συγκλόνισε λόγω της αγριότητας του εγκλήματος, αλλά και εξαιτίας της μετέπειτα δικαστικής διαδρομής.
Η εξαφάνιση που οδήγησε στην αποκάλυψη
Η Βασιλική είχε μετακομίσει στην Πελασγία και έμενε με τον πατέρα της, μετά τον σεισμό του 1999 στην Πάρνηθα, ο οποίος είχε προκαλέσει σοβαρές ζημιές στο σπίτι της μητέρας της, Αθανασίας.
Όταν η μητέρα της ανησύχησε επειδή δεν είχε νέα από την κόρη της, ζήτησε από μία γειτόνισσα να περάσει από το σπίτι όπου έμενε το παιδί με τον πατέρα του.
Η αναζήτηση πήρε τραγική τροπή. Η γειτόνισσα βρέθηκε μπροστά στο άψυχο σώμα της 13χρονης μέσα στο σπίτι.
Οι αστυνομικές αρχές ξεκίνησαν άμεσα έρευνες, ενώ το ενδιαφέρον τους στράφηκε στον πατέρα της, ο οποίος είχε φύγει από την περιοχή.
Οι 17 μαχαιριές
Η ιατροδικαστική εξέταση αποκάλυψε τη βαρβαρότητα της επίθεσης. Η 13χρονη είχε δεχθεί 17 μαχαιριές, με τον ιατροδικαστή να περιγράφει την εικόνα ως ιδιαίτερα άγρια.
Στο πλαίσιο της έρευνας διατυπώθηκαν επίσης υποψίες για ενδεχόμενη σεξουαλική κακοποίηση. Ωστόσο, το συγκεκριμένο σκέλος δεν επιβεβαιώθηκε.
Ο πατέρας της Βασιλικής αποτέλεσε από νωρίς το βασικό πρόσωπο που ερευνούσαν οι αρχές.
Οι ισχυρισμοί του πατέρα
Πέντε ημέρες μετά την αποκάλυψη της δολοφονίας, ο Χρήστος Βουλγαράκης εντοπίστηκε σε άσχημη κατάσταση έξω από τη Μονή Τρικόρφου στη Φθιώτιδα.
Εκεί φέρεται να μίλησε στον πατέρα Νεκτάριο Μουλατσιώτη, υποστηρίζοντας ότι άλλοι είχαν σκοτώσει το παιδί του.
Κατά τη διάρκεια της υπόθεσης, μάλιστα, διατύπωσε διάφορα σενάρια για την ταυτότητα των υποτιθέμενων δραστών. Μεταξύ άλλων, έκανε αναφορές σε τοκογλύφους και αρχαιοκάπηλους με τους οποίους υποστήριζε ότι είχε διαφορές, ενώ έφτασε να κάνει λόγο ακόμη και για τη «17 Νοέμβρη».
Οι ισχυρισμοί αυτοί, ωστόσο, δεν έπεισαν τις δικαστικές αρχές.
Η πρώτη καταδίκη και η αντιπαράθεση για την ποινή
Το 2002, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρπενησίου έκρινε ένοχο τον Χρήστο Βουλγαράκη για τη δολοφονία της κόρης του και του επέβαλε ποινή κάθειρξης 21 ετών.
Στην απόφαση αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Ο ίδιος είχε αρνηθεί την ενοχή του και κατά τη διάρκεια της δίκης.
Η υπόθεση, όμως, δεν σταμάτησε με την πρώτη δικαστική απόφαση.
Η νέα δικαστική εξέλιξη
Το 2009 ο Βουλγαράκης αποφυλακίστηκε προσωρινά από το Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού και οδηγήθηκε σε μοναστήρι στη Φωκίδα, όπου παρέμεινε για το υπόλοιπο της ποινής του.
Η μητέρα της Βασιλικής αντέδρασε και ζήτησε την επιστροφή του στο ψυχιατρείο. Η υπόθεση οδηγήθηκε εκ νέου ενώπιον της Δικαιοσύνης και, μετά από απόφαση του Συμβουλίου Εφετών, ο Βουλγαράκης επέστρεψε στη φυλακή.
Το 2015, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαμίας προχώρησε σε νέα δικαστική κρίση, επιβάλλοντας στον Χρήστο Βουλγαράκη ισόβια κάθειρξη.
Η αποφυλάκιση που προκάλεσε αντιδράσεις
Νέα ένταση στην υπόθεση προκλήθηκε τον Νοέμβριο του 2018, όταν έγινε γνωστή η απόφαση για την αποφυλάκισή του.
Η εξέλιξη προκάλεσε αντιδράσεις και επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση γύρω από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται από το σωφρονιστικό και δικαστικό σύστημα ιδιαίτερα βαριά εγκλήματα.
Η δολοφονία της 13χρονης Βασιλικής Βουλγαράκη παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις υποθέσεις που έχουν μείνει βαθιά χαραγμένες στη μνήμη της ελληνικής κοινωνίας, όχι μόνο εξαιτίας της αγριότητας του εγκλήματος, αλλά και εξαιτίας των αλλεπάλληλων δικαστικών εξελίξεων που ακολούθησαν.
